ἐφετινός

ἐφετινός, ή, όν,
A yearling, of animals, PMasp.141 vi 9, al. (vi A.D.).
II of the present year,

χόρτος POxy.1482.12

(ii A.D.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εφετινός — ή, ό και φετινός, ή, ό (ΑΜ ἐφετινός, ή, όν, Μ και ὀφετινὸς και φετινός) [εφέτος] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο τρέχον έτος («φετινή σοδειά») νεοελλ. (κατ επέκτ.) τωρινός, σύγχρονος, καινούργιος μσν. πάπ. ο ηλικίας ενός έτους …   Dictionary of Greek

  • -ινός — κατάλ. πολλών επιθέτων τής ελληνικής η οποία απαντά ήδη από τους ομηρικούς χρόνους και αποτελεί επαυξημένη μορφή τής κατάλ. νος (< IE * no ). Η κατάλ. ινός εμφανίζεται σε επίθετα που προέρχονται από ουσ. ή επιρρ. και σχηματίστηκε με απόσπαση… …   Dictionary of Greek

  • επέτειος — η (AM ἐπέτειος, ον και ος, ία, ον) νεοελλ. η ημέρα κατά την οποία συμπληρώνεται χρόνος ή αριθμός ετών από τότε που συνέβη σημαντικό γεγονός («εθνική επέτειος») αρχ. μσν. 1. αυτός που συμβαίνει, που επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο («τήν ἐπέτειον… …   Dictionary of Greek

  • φετινός — ή, ό, Ν βλ. εφετινός …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.